Περί Ψυχαναγκασμού 2: Τα 6 Προσωπεία του Ψυχαναγκαστικού


Τα προσωπεία του ψυχαναγκασμού

Το παρόν κείμενο είναι το δεύτερο μέρος ενός εκτενούς άρθρου με θέμα τον ψυχαναγκασμό και γενικό τίτλο: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου.
Το άρθρο είναι χωρισμένο σε πέντε αλληλένδετα μέρη – για να αποκομίσετε τα μέγιστα δυνατά οφέλη και να μην χάσετε το νόημα, διαβάστε τα με τη σειρά: Ξεκινήστε με την Εισαγωγή.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τον ψυχαναγκασμό είναι ότι μας επιβάλλεται χωρίς καν να μας ρωτήσει – μας στερεί την ελευθερία της επιλογής και μας εξαναγκάζει να υπάρχουμε και να σχετιζόμαστε με συγκεκριμένους «ψυχαναγκαστικούς»[*] τρόπους:

 

Το control freak

Καταρχάς, χωρίς έλεγχο (αισθανόμαστε ότι) δεν υπάρχουμε.

Αυτός είναι ο λόγος που μας φαίνεται οξύμωρη η έννοια της ευχάριστης έκπληξης, καθώς και ο λόγος που ποτέ δεν κάνουμε κάτι αυθόρμητα – στο μυαλό μας, ο αυθορμητισμός σημαίνει απώλεια ελέγχου, δηλαδή κάτι που ξεπερνά τις αντοχές μας.

Επιπλέον, αυτός είναι ο λόγος που προσπαθούμε να επιβάλλουμε στους άλλους τον εαυτό μας, τις ιδέες μας και την οπτική μας – η ανάγκη μας να τους ελέγχουμε. Παραβιάζουμε τα όριά τους, τους υπενθυμίζουμε διαρκώς τα ελαττώματά τους, τους κατηγορούμε ότι είναι τεμπέληδες, ανήθικοι ή απερίσκεπτοι και όλα αυτά χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να έχουμε ιδέα ότι τους προσβάλλουμε.

Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν βλέπουμε τον εαυτό μας ως ελεγκτικό, αλλά ως σωστό και δίκαιο[1] – πραγματικά πιστεύουμε ότι κρατώντας αυτή τη στάση εργαζόμαστε προς όφελος όλων για την αποκατάσταση της τάξης και της ηθικής.

Εξάλλου, ο βασικότερος στόχος του ελέγχου που ασκούμε στους άλλους δεν είναι η απόκτηση δύναμης επάνω τους, αλλά η ανάγκη να καθησυχάσουμε τις εσωτερικές αγωνίες μας και να αποτρέψουμε τον κίνδυνο να επέλθει το χάος[2].

Η πίστη στο δίκαιο κόσμο βάζει κι εδώ το χεράκι της φυσικά.

Έχουμε φτάσει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε το πεπρωμένο μας όντας καλοί ή κακοί – έχουμε την ψευδαίσθηση ότι αν είμαστε αρκετά προσεκτικοί και προνοητικοί, θα οχυρωθούμε απέναντι σε δυνάμεις που δρουν ανεξέλεγκτα και θα μπορέσουμε να προφυλαχθούμε από κακοτυχίες, αρρώστιες, ατυχήματα ή οικονομικές καταστροφές[3].

Γι’ αυτό αρνούμαστε ή διαστρεβλώνουμε τις εμπειρίες που αντικρούουν το μύθο του δίκαιου κόσμου και μας φαίνονται ανεξέλεγκτες. Για παράδειγμα, αν μας εγκαταλείψει ο σύντροφός μας για λόγους που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με εμάς, αδυνατούμε να το πιστέψουμε και προσπαθούμε να επανακτήσουμε κάποιο έλεγχο, ψάχνοντας να βρούμε ποιες δικές μας συμπεριφορές ευθύνονται για την απόφασή του[4].

Είμαστε πεπεισμένοι ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση σε κάθε ερώτημα και μια καθόλου συγκρουσιακή λύση σε κάθε πρόβλημα[5]. Το όνειρό μας είναι να καταφέρουμε κάποτε να κατατάξουμε τα πάντα σε ένα συμπαγές σύστημα, ώστε να μπορούμε επιτέλους να τα ελέγχουμε και να τα εξουσιάζουμε απολύτως[6].

Στην πραγματικότητα, μάλλον προσπαθούμε να απλοποιήσουμε την ζωή, επειδή έχουμε δυσκολία να αντικρίσουμε την πολυπλοκότητα και αβεβαιότητά της.

 

Ο εγκεφαλικός τύπος

Ειδικά ο συναισθηματικός έλεγχος είναι το μεγαλύτερο ταλέντο μας.

Για έναν εξωτερικό παρατηρητή, παρουσιαζόμαστε σαν αποκομμένοι από τη συναισθηματική ζωή – το συναίσθημά μας είναι βουβό και καταπιεσμένο και φαίνεται να χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να κρύψουμε τα συναισθήματα, παρά για να τα εκφράσουμε[7].

Συνήθως, δεν έχουμε επίγνωση των συναισθημάτων μας και δυσκολευόμαστε να τα αναγνωρίσουμε ή ονομάσουμε – για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε κάποια αίσθηση ότι είμαστε ταραγμένοι, αλλά χωρίς να μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε αν νιώθουμε θλίψη, πόνο ή άγχος. Επιπλέον, οι άνθρωποι γύρω μας αδυνατούν να καταλάβουν αν, για παράδειγμα, βιώνουμε αγωνία ή ευτυχία – η έκφραση μας είναι ίδια και στις δύο περιπτώσεις[8].

Αν παρ’ ελπίδα εκφράσουμε κάποιο συναίσθημα, το κάνουμε με έναν πολύ αφύσικο, ελεγχόμενο και επιτηδευμένο τρόπο, ενώ είμαστε εξαιρετικά σφιγμένοι σε καταστάσεις που εμπεριέχουν έκφραση συναισθημάτων, για παράδειγμα, μπορεί να απλώσουμε το χέρι για χειραψία, τη στιγμή που κάποιος μας πλησιάζει για αγκαλιά.

Πολλές φορές, για να φανούμε «φυσιολογικοί» (στον εαυτό μας και στους άλλους), υποδυόμαστε τα συναισθήματα που θεωρούμε κατάλληλα για την περίσταση και λέμε τα αρμόζοντα λόγια[9]. Ακόμα και τότε πάντως, περιμένουμε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να εκφραστούμε, ώστε να είμαστε σίγουροι ότι αυτό που θα πούμε θα είναι «τέλειο».

Οι καθημερινές μας σχέσεις έχουν μία επίσημη και τυπική ποιότητα, ενώ ακόμα και στις στενές μας σχέσεις ποτέ δεν εκφράζουμε τρυφερότητα και σπανίως κάνουμε φιλοφρονήσεις. Συγχρόνως, αισθανόμαστε αμηχανία και δυσφορία στην παρουσία ανθρώπων που είναι συναισθηματικά εκφραστικοί – μας φαίνονται παράλογοι ή κάπως πρωτόγονοι και συνήθως επικρίνουμε ως υπερβολικές τις συναισθηματικές αντιδράσεις τους, ακόμα και αν είναι σε απόλυτο συντονισμό με τις συνθήκες.

Η αλήθεια είναι ότι η οικειότητα μας τρομοκρατεί. Κάποιες φορές, καταφέρνουμε να χαρούμε τη στενή επαφή ή και το σεξ ακόμα, αλλά η ιδέα να αφεθούμε συναισθηματικά και να «εκτεθούμε» σε έναν άλλο άνθρωπο, στην κυριολεξία μοιάζει να μας απειλεί με απώλεια της ταυτότητάς μας[10].

Ο έρωτας δε, ως κατεξοχήν ανεξέλεγκτο και «παράλογο» συναίσθημα, μας μπερδεύει και μας πανικοβάλλει ακόμα χειρότερα. Οποτεδήποτε πλησιάζουμε κάποιον ερωτικά είμαστε πάντοτε προσεκτικοί, καχύποπτοι και φειδωλοί – ούτε μπορούμε να αφεθούμε στο πάθος μας, ούτε κατανοούμε το δικό του[11].

Στο μυαλό μας, τα συναισθήματα σχετίζονται με την παιδικότητα, την αδυναμία, την αποδιοργάνωση και τη χυδαιότητα[12] και μας φαίνονται πολύ ασταθή και παροδικά για να βασιστούμε επάνω τους – προτιμούμε να επενδύουμε στον γνωστικό παράγοντα, τη λογική, τη σκέψη και τη διάνοια.

Το αισθανόμαστε υποτιμητικό και ντροπιαστικό (παραδόξως, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να νιώσει ντροπή) το να παρασυρθούμε και να γίνουμε συναισθηματικοί, για παράδειγμα, να δείξουμε νευρικότητα ή να βάλουμε τα κλάματα.

Η εμπειρία μας λέει ότι η ευαλωτότητα είναι μία κατάσταση που εξωθεί τους ανθρώπους να θέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους και να φέρονται με τρόπους που μετά μετανιώνουν[13]. Τα μόνα αποτελέσματα της ένδειξης συναισθήματος που μπορούμε να φανταστούμε είναι η ταπείνωση και απόρριψή μας, η πρόκληση δυσφορίας σε κάποιους και η ολοκληρωτική απώλεια του ελέγχου[14].

Φυσικά, αντιστρέφουμε τα πράγματα στο κεφάλι μας – ταυτίζοντας τα συναισθήματα με την αδυναμία, αυτόματα μετατρέπουμε τη συναισθηματική μας ένδεια και ψυχρότητα σε υπερηφάνεια ότι είμαστε «δυνατοί».

Είναι ο τρόπος που έχουμε βρει για να νιώθουμε «ασφαλείς», αλλά δυστυχώς η απροθυμία μας να δείξουμε ότι είμαστε συγκινημένοι, φοβισμένοι, θλιμμένοι ή οτιδήποτε άλλο, εμποδίζει τους ανθρώπους να συνδεθούν μαζί μας, να νοιαστούν για εμάς και να μας αγαπήσουν.

 

Ο μονίμως θυμωμένος

 

Ο μονίμως εκτός εαυτού

Περιέργως, η έκφραση του θυμού συνήθως μας βγαίνει αβίαστα και φυσικά και μάλιστα σε μεγάλη ποσότητα – η οργή φαίνεται να είναι το βασικό συναίσθημα που εξαιρείται από τον κανόνα μας περί καταπιεσμένου και κρυμμένου συναισθήματος[15].

Όχι ότι θα το παραδεχόμασταν ποτέ, αλλά είμαστε μονίμως θυμωμένοι.

Καταρχάς, κουβαλούμε μια διάχυτη μνησικακία και ενδόμυχα φθονούμε τους ανθρώπους που δεν είναι τόσο εργατικοί ή ακέραιοι όσο εμείς – νιώθουμε απογοητευμένοι από την ολιγωρία και χαλαρότητα τους και πικραμένοι που δεν μας εκτιμούν όσο θα θέλαμε[16].

Έχουμε την επίμονη και μόνιμη αίσθηση ότι είμαστε καλοί άνθρωποι κολλημένοι κατά κάποιο τρόπο σε έναν κακό κόσμο[17] και αυτό δημιουργεί ένα θυμό ο οποίος μας φαίνεται λογικός και δικαιολογημένος, οπότε μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να τον αναγνωρίσει και να τον βιώσει.

Το κόλπο είναι η μετάθεση του θυμού μας από την αρχική του πηγή σε έναν «νόμιμο» στόχο, ώστε να μπορέσουμε να τον αισθανθούμε χωρίς ντροπή[18].

Αναζητούμε ευκαιρίες και αφορμές, όπου η έκφραση της επιθετικότητας όχι μόνο είναι επιτρεπτή, αλλά επιβάλλεται κιόλας για την επίτευξη υποτίθεται κάποιου σημαντικού σκοπού – τότε μπορούμε να επιτεθούμε με ήσυχη τη συνείδησή μας, όντας «απολύτως σίγουροι» για την αναγκαιότητα της επίθεσης[19].

Συνήθως, επιτιθέμεθα σε οποιονδήποτε κάνει όσα εμείς έχουμε απαγορέψει στον εαυτό μας να κάνει (για παράδειγμα, σε όσους λουφάρουν στη δουλειά), ενώ παράλληλα προσπαθούμε να πείσουμε τους πάντες ότι θυμός μας είναι περίπου αξιέπαινος, εφόσον βρίσκεται στην υπηρεσία του καλού και της αρετής.

Φυσικά δεν καταφέρνουμε να ξεγελάσουμε κανέναν – πίσω από όλη αυτή την εκλογίκευση, ηθικοποίηση και αγαθοσύνη, στην ουσία πουλάμε νταηλίκια[20].

Επιπλέον, είμαστε πολύ επιδέξιοι στην παθητική και ύπουλη έκφραση της επιθετικότητας – μπορούμε να φέρουμε το σύντροφό μας στο σημείο να μας παρακαλάει για μία αγκαλιά και λίγη προσοχή ή να τον οδηγήσουμε στην απόγνωση καταδικάζοντάς τον στη σιωπή. Το κέρδος εδώ είναι ότι καταφέρνουμε να πληγώσουμε τον άλλο χωρίς να επιτεθούμε ανοιχτά και χωρίς εκείνος να μπορεί να μας καταλογίσει τίποτα αφού «δεν έχουμε κάνει τίποτα»[21].

Στο μυαλό μας, η τιμωρία είναι συνώνυμη με τη δικαιοσύνη.

Είναι η αγαπημένη μας στρατηγική για να ελέγχουμε τους άλλους, επειδή είναι ένας έξυπνος τρόπος για εμάς τους καλούς ανθρώπους να κάνουμε άσχημα πράγματα χωρίς να βλέπουμε τον εαυτό μας ως κακό – η αυστηρή μας συνείδηση ασφαλώς μπορεί να κάνει μια εξαίρεση στην περίπτωση που ασκούμε βία σε κάποιον «κακό» ή όταν τιμωρούμε κάποιον για «το καλό του»[22].

Κάπως έτσι, η εχθρική και περιφρονητική στάση μας προς τους άλλους αναβαπτίζεται σε «ηθική αγανάκτηση» (σαν να λέμε «με πνίγει το δίκιο»).

Τις φορές που αισθανόμαστε ότι κάποιος μας θίγει, θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να του κάνουμε μούτρα και να τον κρατήσουμε υπόλογο για πάντα. Αν εκείνος δε, επιχειρήσει να συζητήσει μαζί μας και να κλείσει το θέμα με κάποιο τρόπο, συνήθως σκληραίνουμε κι άλλο τη στάση μας, σαν η προσπάθεια για λύση της σύγκρουσης να είναι από μόνη της μία ακόμα προσβολή που πρέπει να τιμωρηθεί[23].

Στο σημείο αυτό, η σύγχυση που υπάρχει μέσα μας είναι αδύνατον να κρυφτεί πλέον – στην κυριολεξία φαίνεται να χαιρόμαστε όταν μας αδικούν γιατί έτσι μας δίνουν την ευκαιρία να επιβάλλουμε μια τιμωρία.

 

Ο εραστής της εξουσίας

Ολοφάνερα, η ανάγκη μας να υπερισχύσουμε έναντι των άλλων μας είναι πολύ σημαντική.

Η τάση να επικρίνουμε, η πεποίθηση ότι ο τρόπος μας είναι ο μόνος σωστός τρόπος και η στομφώδης επίδειξη της ορθότητάς μας, είναι όλες απόπειρες να αποδείξουμε ότι είμαστε ικανότεροι, εξυπνότεροι ή ανώτεροι από τους άλλους.

Μας ενδιαφέρει πολύ η θέση μας στις ιεραρχικές δομές και συνήθως εκδηλώνουμε ακραία υποταγή και σεβασμό σε μια εξουσία την οποία σεβόμαστε και ακραία έλλειψη σεβασμού και περιφρόνηση στους κατωτέρους μας ή σε μια εξουσία που δεν σεβόμαστε.

Η ιεραρχική δόμηση της κοινωνίας συνήθως μας προσφέρει πολλές δυνατότητες για «νόμιμη» έκφραση των κυριαρχικών μας τάσεων – για παράδειγμα, ο χώρος της πολιτικής ή τα επαγγέλματα του δικαστή, του στρατιωτικού και του παιδαγωγού, μας δίνουν το δικαίωμα να ασκούμε εξουσία στο όνομα της τάξης, της πειθαρχίας, του νόμου και όλων των σχετικών[24].

Ένας ακόμα συνηθισμένος τρόπος ικανοποίησης της ανάγκης μας για εξουσία είναι και η υπερβολική τυπικότητα, όπως φαίνεται στην περίπτωση του δάσκαλου που υπογραμμίζει και το παραμικρό λάθος ή του δικαστή που ακολουθεί κατά γράμμα το νόμο, οι οποίοι συχνά καταχρώνται την εξουσία τους με το πρόσχημα της άσκησης καθήκοντος[25].

Αναπόφευκτα, έχουμε δυσκολία να συνομιλήσουμε ισότιμα με έναν σύντροφο.

Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε την τάξη των πραγμάτων ως κάθετη (ένας είναι ο κυρίαρχος και ένας ο κυριαρχούμενος), οι περισσότερες σχέσεις μας λειτουργούν ανταγωνιστικά και συχνά εξελίσσονται σε μάχες υπεροχής και εξουσίας[26].

Συνήθως επιλέγουμε να έχουμε κοντά μας ανθρώπους κάπως παθητικούς και μη συγκρουσιακούς, ώστε να μπορούμε με σχετική ευκολία να τους ελέγξουμε και να κυριαρχήσουμε επάνω τους[27].

Κατά βάθος, μάλλον το ξέρουμε ότι οι μοναδικοί άνθρωποι που μπορούν να μας αντέξουν είναι εκείνοι με υπεράνθρωπες δυνατότητες προσαρμογής και κάποιες τάσεις εξάρτησης.

 

Ο τρομοκράτης των σχέσεων

Ήδη έχει φανεί μέχρι εδώ, ότι το πεδίο όπου αισθανόμαστε εντελώς έξω από τα νερά μας, είναι οι ερωτικές και γενικά οι στενές σχέσεις.

Καταρχάς, πολύ δύσκολα αποφασίζουμε να μπούμε σε μία σχέση, είτε επειδή είμαστε απρόθυμοι να εγκαταλείψουμε τον αυστηρά δομημένο τρόπο ζωής μας, είτε, συχνότερα, επειδή περιμένουμε να βρούμε τον «τέλειο» σύντροφο.

Οποτεδήποτε νιώσουμε μια «επικίνδυνη» έλξη προς κάποιον, την ανακόπτουμε με δισταγμούς και εκλογικεύσεις: «Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις αυτής της σχέσης; Γιατί να μπλέξω μαζί του; Ποιος μου εγγυάται ότι αυτός ο άνθρωπος είναι η σωστή επιλογή;».[28]

Παρόλο που δεν στερούμαστε την ικανότητα να αγαπάμε, στις σχέσεις μας είμαστε απόμακροι, ευθέως ή συγκαλυμμένα επικριτικοί και κατηγορούμε τους άλλους για όλα τα προβλήματα. Τσιγκουνευόμαστε το μοίρασμα, τον καλό το λόγο, το χάδι και την αγκαλιά, επειδή η έκφρασή τους μας προκαλεί άγχος και ντροπή.

Γενικώς, οι αλληλεπιδράσεις μας «κολλάνε», είναι κάπως πιο περίπλοκες από αυτές με άλλους ανθρώπους, με αποτέλεσμα όσοι σχετίζονται μαζί μας να βαριούνται μετά από λίγο ή να αποστασιοποιούνται κυρίως λόγω της ακατάπαυστης διανοητικοποίησής μας[29].

Επίσης, οι άνθρωποι είναι συνήθως νευρικοί κοντά μας – αισθάνονται ότι ανά πάσα στιγμή θα πατήσουν τη νάρκη και θα πληρώσουν το σχετικό τίμημα. Όσοι σχετίζονται μαζί μας, ζουν υπό το καθεστώς μιας διάχυτης απειλής συσσωρεύοντας τρόμο, πικρία και ένταση, την ίδια στιγμή που η υποστήριξη και φροντίδα απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά.

Θελημένα ή αθέλητα, επιβάλλουμε λογοκρισία στη σχέση.

Επειδή δεν ανεχόμαστε οι άλλοι να κάνουν τα πράγματα με το δικό τους τρόπο, οι άνθρωποι γύρω μας επιλέγουν να μας αποκρύπτουν πληροφορίες προκειμένου να μας κρατούν ήρεμους, υποθέτοντας (και μάλλον σωστά) ότι όσα δεν ξέρουμε δεν μπορούν να τους πληγώσουν[30].

Όσο για τη σεξουαλική μας ζωή, το κεντρικό χαρακτηριστικό είναι η δυσκολία μας να αφεθούμε στην απόλαυση. Είτε προσεγγίζουμε τη σεξουαλική επαφή με «τσιγκούνικο» και διεκπεραιωτικό τρόπο, είτε την αποφεύγουμε τελείως με το πρόσχημα της κούρασης και τους άγχους της δουλειάς, είτε την αντιλαμβανόμαστε ως πεδίο άσκησης επιβολής, δύναμης και εξουσίας και τη χρωματίζουμε με μία σαδιστική χροιά[31].

Μερικές φορές, ιδίως αν είμαστε άντρες που έχουν εκπαιδευτεί στην «παλιά σχολή», κάνουμε κάποιου είδους διαχωρισμό μεταξύ τρυφερότητας και σεξουαλικότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ποθήσουμε όταν αγαπούμε ή ανάποδα, να μπορούμε να ποθήσουμε μόνο όταν δεν αγαπούμε – περίπου σαν να πιστεύουμε ότι αν επιτρέψουμε στη «βρώμικη» σεξουαλικότητα να μπει στη σχέση με έναν άνθρωπο που αγαπούμε, τότε κινδυνεύουμε να τον υποτιμήσουμε[32].

Από την άλλη, για να έχει ελπίδα να επιβιώσει μια σχέση μαζί μας, είναι σημαντικό ο άνθρωπος που σχετιζόμαστε να είναι αξιόπιστος, καλόβολος και κυρίως να είναι διατεθειμένος να απαρνηθεί τις προσωπικές του επιθυμίες και τις συναισθηματικές του ανάγκες.

Η απαίτησή μας για αφοσίωση είναι απόλυτη και δεν σηκώνουμε διαφωνίες ή αντιρρήσεις. Το παραμικρό που θα συμβεί μπορεί να μας πληγώσει ή να μας προσβάλλει και να θεωρηθεί «η αρχή του τέλους». Το όχι μας παραμένει όχι επειδή ειπώθηκε μια φορά. Κακιώνουμε πολύ συχνά με τους άλλους και τους συγχωρούμε μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, πολλές φορές αφού πρώτα τους εξαναγκάσουμε να μας ζητήσουν συγνώμη – ακόμα και όταν έχουμε εμείς άδικο.

Η συνήθης παρεξήγηση στις σχέσεις μας είναι εμείς να απορούμε και να θυμώνουμε που ενώ κάνουμε το χρέος μας από την πλευρά μας οι άλλοι δεν είναι ποτέ ευχαριστημένοι και οι άλλοι να αισθάνονται ότι δικαιούνται να είναι δυσαρεστημένοι επειδή ποτέ δεν παίρνουν αυτό που πραγματικά θέλουν από εμάς – δηλαδή συναισθηματική αμοιβαιότητα[33].

Ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους, οι σχέσεις μας είναι συνήθως αδύναμες και σαθρές, ενώ η τελική διάλυση έρχεται ως αποτέλεσμα της διαρκούς έντασης και των ματαιωμένων προσδοκιών ή σύντομα αφότου αναπτύσσεται η οικειότητα.

Το ιστορικό μας βρίθει αποτυχημένων σχέσεων που τερματίζονται άδοξα, άκαιρα ή άτσαλα, αλλά ποτέ δεν φαίνεται να μαθαίνουμε από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες μας, εξαιτίας της πεισματικής μας πεποίθησης ότι οι άλλοι είναι πάντοτε οι φταίχτες, επομένως ο τερματισμός της σχέσης μας φαίνεται δικαιολογημένος κάθε φορά[34].

Από τη στιγμή που θεωρούμε ότι η ορθότητα προηγείται της ουσίας των πραγμάτων ή των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων, η ζωή μας καταλήγει μια συντονισμένη αλληλουχία από ασήμαντα έργα που εκτελούνται τέλεια και σημαντικούς ανθρώπους που φεύγουν απογοητευμένοι επειδή αποτυγχάνουν να αρθούν στο ύψος αυτής της «τελειότητας»[35].

 

Το καλό παιδί

 

Το καλό παιδί

Πάντως, για να τα λέμε όλα, μια δόση «ψυχαναγκασμού» μπορεί να έχει κάποια οφέλη.
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι είμαστε άνθρωποι ευσυνείδητοι, με σταθερότητα στις απόψεις μας και υψηλά κίνητρα. Η αξιοπιστία, η ειλικρίνεια και η επιμονή που μας διακρίνουν μπορούν να εμπνεύσουν θαυμασμό, εμπιστοσύνη και σεβασμό.

Εξάλλου, οι κοινωνίες όπου ζούμε συνήθως ενθαρρύνουν έναν τρόπο ύπαρξης οργανωμένο γύρω από τη σκέψη και τη λογική και επιβραβεύουν τους ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να δουλέψουν σκληρά και να αφιερώσουν τον εαυτό τους στην ηθική τελειότητα[36].

Είναι πιθανό ότι χωρίς εμάς να κάνουμε τα απαραίτητα μεν, αλλά μάλλον δύσκολα και επίπονα έργα ή επαγγέλματα, πολλά πράγματα δεν θα προχωρούσαν. Ο κόσμος ποντάρει στην εντιμότητά μας, συχνά εξαρτάται από την ικανότητά μας και βασίζεται στην αδιαμαρτύρητη προσπάθειά μας[37].

Επιπλέον, παρόλο που είμαστε κάπως ασυντόνιστοι με τα ανθρώπινα ζητήματα, ο λόγος μας είναι συμβόλαιο. Στις σχέσεις μας έχουμε ανεπτυγμένο το αίσθημα της ευθύνης, κρατάμε τις υποσχέσεις μας και τηρούμε πάντα τις αποφάσεις μας – τουλάχιστον όσες έχουμε καταφέρει να πάρουμε.

Πολλές φορές μάλιστα αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις μας ως κάτι μοιραίο – μπορεί να καθυστερούμε να πάρουμε την απόφαση να σχετιστούμε, αλλά όταν τελικά το αποφασίσουμε, αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ως οριστικό γεγονός που για λόγους αρχής δεν μπορεί να διαλυθεί[38].

Στην αρχή δε μιας γνωριμίας, φαινόμαστε κελεπούρια – άνθρωποι συγκροτημένοι, με αυτοπεποίθηση, ευγένεια και ευφράδεια λόγου, που νοιάζονται για τους ανθρώπους και που στα δύσκολα θα κάνουν αυτό που «πρέπει».

Φυσικά, όλη αυτή η «τέλεια» και «υπέροχη» εικόνα που παρουσιάζουμε, σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την ανάγκη να μην αφήνουμε καθόλου χώρο για κριτική – ο απώτερος στόχος μας είναι να κάνουμε τους άλλους να σκέφτονται καλά για εμάς, ώστε με αυτό τον τρόπο να έχουμε την αίσθηση ότι διατηρούμε τον έλεγχο[39].

Το ζητούμενο σε όλες τις σχέσεις μας είναι να παραμείνουμε ατσαλάκωτοι – είμαστε ικανοί να μείνουμε ξάγρυπνοι αναλογιζόμενοι αλληλεπιδράσεις που έχουν προηγηθεί, προσπαθώντας να βεβαιωθούμε ότι δεν είπαμε ή δεν κάναμε κάτι που θα μπορούσε να μας εκθέσει ή να γίνει αντικείμενο παρεξήγησης ή αποδοκιμασίας από τους άλλους.

Στην πραγματικότητα βέβαια, είμαστε μια κινούμενη αντίφαση.

Επιφανειακά, επιδεικνύουμε μια στάση συναίνεσης και συνεργασίας, ενώ από κάτω κρύβουμε έναν υπόγειο τόνο αρνητικότητας, ευερεθιστότητας και επικριτικής διάθεσης[40].

Υποτίθεται ότι προσπαθούμε να κάνουμε τον κόσμο ασφαλή για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη, αλλά τα μέσα που χρησιμοποιούμε για να το πετύχουμε (παρόλο που το αρνούμαστε) είναι η λογοκρισία, η τιμωρία και η σκληρότητα[41].

Είναι σαν να ζούμε σε έναν κόσμο παραισθήσεων.

Ο νάρκισσος μέσα μας επιθυμεί να παρουσιάζει το τέλειο προσωπείο του ανώτερου, καλού και σωστού ανθρώπου. Παρόλο που στην πράξη κάνουμε ένα σωρό «κακά» πράγματα τα οποία υποτίθεται κατηγορούμε ή κοροϊδεύουμε, εκλογικεύουμε τη συμπεριφορά μας και καταφέρνουμε πάντοτε να τη βλέπουμε ως «αθώα» και ανιδιοτελή. Επικαλούμαστε τις καλές και αγνές μας προθέσεις χωρίς να βλέπουμε κανένα λογικό σφάλμα στο να φοράμε προβιά προβάτου ενώ φερόμαστε ως λύκοι. Προτιμούμε να βγάλουμε τρελούς όσους υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες της συμπεριφοράς μας, παρά να υποστούμε ναρκισσιστικό πλήγμα, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες μας.

Έτσι εξηγείται η πολύ άτσαλη «πτώση» μας όταν έρχεται η στιγμή που διαλύονται οι ψευδαισθήσεις μας.

Συνήθως, οδηγούμαστε σε συναισθήματα κατάθλιψης και μίσους για τον εαυτό μας όταν διαπιστώνουμε ότι η ζωή μας έχει πάρει μια τροπή αταίριαστη με τη ζωή που θα άξιζε σε έναν «καλό και σωστό» άνθρωπο[42].

Είναι η στιγμή που διαπιστώνουμε ότι παρά τις θυσίες που κάναμε και παρά τις απολαύσεις που έχουμε στερηθεί, τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα υπολογίζαμε: Πολλοί είναι εκείνοι που μας αντιπαθούν και δεν μας εκτιμούν, τα επαγγελματικά και οικονομικά μας δεν πηγαίνουν τόσο καλά, συχνά είμαστε στενοχωρημένοι ή δυστυχισμένοι και αρκετοί άλλοι άνθρωποι φαίνονται πιο χαρούμενοι ή πιο «επιτυχημένοι» από εμάς[43].

Είχαμε πιστέψει πραγματικά ότι θα καταφέρουμε να νιώσουμε καλά για τον εαυτό μας και τη ζωή μας κάνοντας όλα όσα «πρέπει» και είναι δύσκολο τώρα να συνειδητοποιούμε ότι γελαστήκαμε.

 

Συνεχίστε στο τρίτο μέρος του άρθρου για να μάθετε πώς χρησιμοποιούμε τον ψυχαναγκασμό προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι που δεν «πρέπει» να συμβεί.

 

← Επιστροφή στο πρώτο μέρος του άρθρου
                                                                                            Συνεχίστε στο τρίτο μέρος του άρθρου →

 

 

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΣΕΙΡΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ


Περί Ψυχαναγκασμού Εισαγωγή: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου

Σύντομη γνωριμία με τον ψυχαναγκασμό και τους «ψυχαναγκαστικούς».

Περί Ψυχαναγκασμού 1: Ψυχαναγκαστικές Αρχές με Ισχύ Νόμου

Οι αρχές σε τίτλους:
– Εργάζομαι άρα υπάρχω
– Το δίδαγμα του μέρμηγκα και η συλλογή από άχρηστα αντικείμενα
– Καλύτερα καμία απόφαση, παρά η λάθος απόφαση
– Οι κανόνες υπάρχουν (και πολύ καλώς) για να τηρούνται
– Από πότε ένας άνθρωπος με ηθικές αξίες θεωρείται παλαιών αρχών;
– Δεν είναι ισχυρογνωμοσύνη το να έχεις πάντα δίκιο
– Αν θέλεις κάτι να γίνει σωστά, κάνε το μόνος σου

Περί Ψυχαναγκασμού 2: Τα 6 Προσωπεία του Ψυχαναγκαστικού

Τα προσωπεία σε τίτλους:
– Το control freak
– Ο εγκεφαλικός τύπος
– Ο μονίμως εκτός εαυτού
– Ο εραστής της εξουσίας
– Ο τρομοκράτης των σχέσεων
– Το καλό παιδί

Περί Ψυχαναγκασμού 3: Το Τέρας που Κρύβει μέσα του ο Ψυχαναγκαστικός

Μάθετε πώς χρησιμοποιούμε τον ψυχαναγκασμό προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι που δεν «πρέπει» να συμβεί.

Περί Ψυχαναγκασμού 4: Από τον Ψυχαναγκασμό στην Ευελιξία και από εκεί στον Αυθορμητισμό

Διαβάστε πώς η «θεραπεία» του ψυχαναγκασμού σχετίζεται με την επανάκτηση της ελευθερίας επιλογής και δράσης.

Περί Ψυχαναγκασμού 5: Οδηγός Επιβίωσης για όσους Σχετίζονται με Ψυχαναγκαστικούς

Ένα γρήγορο τεστ εξακρίβωσης για το αν σχετίζεστε με έναν «ψυχαναγκαστικό» και όσα πρέπει να θυμάστε αν το τεστ βγει θετικό.
 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

* Όπου στο κείμενο αναφέρεται ο όρος «ψυχαναγκαστικός» εννοείται ο άνθρωπος που φέρει (ιδεο)ψυχαναγκαστικά στοιχεία στη συμπεριφορά του. Το άρθρο δεν περιγράφει κάποιο συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο ούτε αποτελεί οδηγό διάγνωσης ή θεραπείας για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας (κατά DSM).
1, 16, 17, 20, 22, 35, 37, 41. Bernstein, A. J. (2001). Emotional Vampires: Dealing with People who Drain you Dry. New York: McGraw-Hill.
2, 10, 27, 36. Lavender, N. J. & Cavaiola, A. A. (2012). Impossible to Please: How to deal with Perfectionist Coworkers, Controlling Spouses, and Other Incredibly Critical People. Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
3, 4, 5, 9, 14, 39, 43. Mallinger, A. E. & De Wyze, J. (1992). Too Perfect: When Being in Control Gets Out of Control. New York: The Random House Publishing Group.
6, 11, 19, 21, 24, 25, 26, 28, 31, 32, 33, 38. Riemann, F. (1994). Τετραλογία του Φόβου: Μια Ψυχολογική Μελέτη σε Βάθος. Αθήνα: ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.
7, 12, 15, 18, 29, 40. McWilliams, Nancy (2000). Ψυχαναλυτική Διάγνωση: Η Κατανόηση της Δομής της Προσωπικότητας στα Πλαίσια της Κλινικής Διαδικασίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
8, 13, 23, 34, 42. Steven Phillipson. The RIGHT Stuff – Obsessive Compulsive Personality Disorder: A Defect of Philosophy, not Anxiety.
Αναρτήθηκε στις 12/12/2015 από: http://www.ocdonline.com/#!the-right-stuff/c1hdb.

30. Antony, M. M. & Swinson, R. P. (2009). When Perfect Isn’t Good Enough: Strategies for Coping with Perfectionism (2nd edition). Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
Images via pixabay

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 11.797 times, 1 visits today)


Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

35 σχόλια για το “Περί Ψυχαναγκασμού 2: Τα 6 Προσωπεία του Ψυχαναγκαστικού