Περί Ψυχαναγκασμού 3: Το Τέρας που Κρύβει μέσα του ο Ψυχαναγκαστικός


Το τέρας που κρύβει ο ψυχαναγκασμός

Το παρόν κείμενο είναι το τρίτο μέρος ενός εκτενούς άρθρου με θέμα τον ψυχαναγκασμό και γενικό τίτλο: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου.
Το άρθρο είναι χωρισμένο σε πέντε αλληλένδετα μέρη – για να αποκομίσετε τα μέγιστα δυνατά οφέλη και να μην χάσετε το νόημα, διαβάστε τα με τη σειρά: Ξεκινήστε με την Εισαγωγή.

 

Όσοι είμαστε «ψυχαναγκαστικοί»[*] φαίνεται να έχουμε μάθει πολύ καλά όσα δεν πρέπει να κάνουμε, αλλά όχι όσα μπορούμε ή θέλουμε να κάνουμε.

Έχουμε οργανώσει τη ζωή μας γύρω από μια ατέλειωτη σειρά από πρέπει (προσωπικά, γονεϊκά, θρησκευτικά, κοινωνικά ή άλλα) και βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας αποκλειστικά σχεδόν στην εκπλήρωση αυτών των «πρέπει».

Κατά κάποιο τρόπο, έχουμε εκπαιδευτεί να αισθανόμαστε εξάρτηση από τις απόψεις των άλλων και να λειτουργούμε με βάση όσα επιτρέπονται από τους κανόνες και τις συμβάσεις της κοινωνικής συνθήκης εντός της οποίας βρεθήκαμε[1].

 

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ


Το πιθανότερο είναι ότι μεγαλώσαμε μέσα σε σχέσεις όπου οι άνθρωποι ήταν επικριτικοί, εξέπεμπαν αρνητισμό, μας ασκούσαν πίεση για καλές επιδόσεις και μας έδιναν αγάπη υπό όρους[2].

Μάθαμε να τα κάνουμε όλα σωστά, να είμαστε απόλυτα υπάκουοι και να έχουμε αυτοέλεγχο, ενώ συγχρόνως «προγραμματιστήκαμε» να αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και να νιώθουμε ντροπή ή ενοχή, οποτεδήποτε αποτυγχάνουμε να τηρήσουμε τους κανόνες, να υποταχθούμε στην εξουσία ή να επιδείξουμε τη δέουσα συμπεριφορά[3].

Στο μυαλό μας η ορθή συμπεριφορά ταυτίστηκε με τη συγκράτηση και τον αυστηρό έλεγχο συγκεκριμένων τμημάτων του εαυτού μας, τα οποία κυρίως σχετίζονται με τις επιθετικές μας τάσεις, τις σεξουαλικές μας επιθυμίες και τις συναισθηματικές μας ανάγκες[4].

Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα αποκηρύσσουμε και αποφεύγουμε συμπεριφορές, συναισθήματα και σκέψεις που θεωρούμε ανάρμοστα ή «αμαρτωλά», όπως τον εγωισμό, τη λαγνεία, την ανεντιμότητα, την τεμπελιά ή τον ηδονισμό[5].

Είναι σαν να πιστεύουμε ότι οι επιθυμίες μας είναι επικίνδυνες και έτσι προσπαθούμε να τις συγκρατήσουμε με αντίθετες δυνάμεις που είναι εξίσου ισχυρές[6]οποτεδήποτε πάμε να ξεφύγουμε από τον «ίσιο» δρόμο, μας επαναφέρει στην τάξη η σκληρή και ανελέητη συνείδησή μας.

Προσπαθούμε να είμαστε άγιοι – καταπιεζόμαστε, κάνουμε θυσίες, αποφεύγουμε συμπεριφορές, συναισθήματα και σκέψεις που δείχνουν το αντίθετο και δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να αφεθεί στην απόλαυση ή τη διασκέδαση[7]. Ακόμα κι αν έχουμε να πάμε μια ολιγοήμερη εκδρομή είμαστε ικανοί να λιώσουμε στη δουλειά το διάστημα πριν φύγουμε ή να προσπαθήσουμε να την σαμποτάρουμε για να μην πάμε, ενώ αν πάμε τελικά θα έχουμε δυσκολία να χαλαρώσουμε και να το ευχαριστηθούμε.

Επιπλέον, όταν βλέπουμε τα πράγματα να μας πηγαίνουν καλά, μας πιάνει ανησυχία και προσπαθούμε να τα εξισορροπήσουμε κάνοντας κάποια «θυσία», ενώ αν μας τυχαίνουν αναποδιές, αναρωτιόμαστε τι κάναμε για να τις προκαλέσουμε, ώστε την επόμενη φορά να φερθούμε διαφορετικά και να τις αποτρέψουμε[8].

Εκείνο που διαπιστώσαμε από πολύ νωρίς είναι ότι η έκφραση συναισθημάτων μέσα σε ένα περιβάλλον αποστερημένο από συναίσθημα, αντιμετωπίζεται συνήθως με αποδοκιμασία, απόρριψη, επίκριση, γελοιοποίηση και υποτίμηση. Η μόνη επιλογή που είχαμε ήταν να οικοδομήσουμε τη ζωή μας ανακόπτοντας και περιορίζοντας κάθε μας παρόρμηση προκειμένου να μην υποστούμε τις συνέπειες – τη ντροπή, τις ενοχές και την τιμωρία.

 

Ο ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ ΩΣ ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ


Σε τελική ανάλυση, ο αγώνας που καταβάλλουμε για να κρατάμε υπό έλεγχο τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις πράξεις και τις συμπεριφορές μας έχει σκοπό να μας κάνει να αισθανθούμε ασφαλείς σε έναν κόσμο τον οποίο έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε ως απειλητικό και μη διαχειρίσιμο.

Ο ψυχαναγκασμός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος που έχουμε βρει για να κρατάμε τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας υπό έλεγχο – είναι η μόνη συμπεριφορά που μας εγγυάται ότι θα παραμείνουμε εντός ορίων και ότι δεν θα επιτρέψουμε να συμβεί κάτι που δεν «πρέπει» να συμβεί[9].

Το τίμημα είναι να είμαστε ανελέητα επικριτικοί προς τον εαυτό μας όταν εκφράζει σεξουαλικές ή συναισθηματικές ανάγκες, να τρομοκρατούμαστε από τα εχθρικά συναισθήματά μας και να υποφέρουμε από διαρκές άγχος μπροστά στον μόνιμο κίνδυνο να ενδώσουμε στην ασέλγεια, την απληστία, τη ματαιοδοξία, την οκνηρία, το φθόνο και άλλες παρόμοιες καταστάσεις[10].

Ο εφιάλτης μας είναι ότι όλα θα αποδιοργανωθούν και θα καταλήξουν σε μια χαοτική κατάσταση αν εμείς παρασυρθούμε και χαλαρώσουμε τον έλεγχο έστω και λίγο – φοβόμαστε ότι το «κακό» που υπάρχει μέσα μας, θα κατακλύσει τα πάντα αν του επιτρέψουμε έστω και μία φορά να εκδηλωθεί[11].

Όλη αυτή η ασταμάτητη δουλειά και νοητική εργασία στην οποία επιδιδόμαστε έχει στόχο να μας αποτρέψει από το να έρθουμε σε επαφή με τα βασικά μας ένστικτα – έχουμε δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα με χιλιάδες μπερδεμένες λεπτομέρειες, νόμους και κανόνες προσπαθώντας να συσκοτίσουμε και να κρατήσουμε υπό έλεγχο τις παρορμήσεις μας[12].

Οι επικρίσεις και ο έλεγχος προς τους άλλους είναι επίσης ένας τρόπος περισπασμού από το άγχος.

Στρέφουμε τη ματιά μας προς τα έξω γιατί η εσωτερική μάχη είναι πολύ τρομακτική για να την αντικρίσουμε – όσο είμαστε απασχολημένοι με το να προστατεύουμε τους άλλους από τις «αμαρτίες» τους, μπορούμε να αποφύγουμε να σκεφτούμε τις δικές μας[13].

Ο «μηχανισμός» που μας κρατάει «στη θέση μας» είναι οι ενοχές και ο φόβος – αισθανόμαστε ότι η παραμικρή ρωγμή στο τέλειο προσωπείο που πασχίζουμε να διατηρήσουμε, θα μας αφήσει έκθετους και ευάλωτους σε όλους τους κινδύνους του σύμπαντος[14].

Γι’ αυτό βιώνουμε τόσο έντονο υπόγειο θυμό, γι’ αυτό αποφεύγουμε την ανάληψη δράσης και την έκφραση συναισθημάτων και γι’ αυτό βιώνουμε αμφιβολίες, δισταγμούς και αναποφασιστικότητα – επειδή υποβάλλουμε συνεχώς τον εαυτό μας σε έλεγχο, ενάντια στο φόβο των άσχημων συνεπειών.

Στο μυαλό μας τα πράγματα έχουν κάτι το οριστικό και αμετάκλητο – δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες ούτε περιθώρια για λάθη ούτε επιτρέπεται να μετανιώσουμε εκ των υστέρων. Είμαστε «καταδικασμένοι» να κάνουμε τα πάντα σωστά με την πρώτη φορά και κάθε φορά, διαφορετικά κινδυνεύουμε να «τιμωρηθούμε».

 

Η μάχη του καλού και του κακού

 

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Η κατάληξη είναι μια ζωή συγκρούσεων ανάμεσα στην σωστή και υπεύθυνη συμπεριφορά και τους ποικίλους «πειρασμούς» – ανάμεσα στη συνεργασία και την ανυπακοή, την ανάληψη πρωτοβουλίας και τη νωθρότητα, την καθαριότητα και την ακαταστασία, την τάξη και την αταξία, την οικονομία και τη σπατάλη[15].

Τον περισσότερο καιρό ζούμε σε κάποιο ανάμεσα.

Επειδή αμφιβάλλουμε μονίμως για το αν επιτρέπεται ή όχι να εκδηλώσουμε μια παρόρμηση, συνήθως επιλέγουμε την αδράνεια από το να κάνουμε κάτι για το οποίο μπορεί να μετανιώσουμε αργότερα[16].

Το φρενάρισμα των παρορμήσεων και ο φόβος για την άμεση και ευθεία προσέγγιση, μας έχει οδηγήσει στο να προσπαθούμε να καλύψουμε τις ανάγκες μας με έμμεσους και υπόγειους τρόπους, όπως στις περιπτώσεις που εκφράζουμε τις επιθετικές μας τάσεις παθητικοεπιθετικά ή με το πρόσχημα της αποκατάστασης της τάξης και της ηθικής.

Με ανάλογο τρόπο, τις φορές που νιώθουμε επιθυμία για κάτι (για παράδειγμα, έναν άνθρωπο) απαγορεύουμε στον εαυτό μας να το παραδεχτεί και να το εκφράσει ανοιχτά και προσπαθούμε να το κατακτήσουμε πλαγίως, έτσι ώστε να μην τοποθετηθούμε ανοιχτά και άρα να μην αισθανθούμε ότι πραγματικά κάνουμε επιλογή.

Το ζητούμενο είναι να καταφέρουμε να αποκτήσουμε αυτά που θέλουμε (υλικά αγαθά, ανθρώπους, εμπειρίες), αλλά χωρίς να φανεί ότι το κάνουμε για εγωιστικούς λόγους ή απλώς για λόγους απόλαυσης – πάντοτε πρέπει να μπορούμε να προβάλλουμε ως δικαιολογία κάποιο ηθικό σκοπό ή κάποια υποχρέωση.

Το θέμα με την επιλογή είναι ότι συνεπάγεται την προσωπική ευθύνη για τις ενέργειές μας, πράγμα που προφανώς σχετίζεται με την ανοχή φυσιολογικών επιπέδων ενοχής και ντροπής, όμως εμείς είμαστε τόσο διαποτισμένοι με παράλογη ντροπή και ενοχή, που δεν αντέχουμε πλέον αυτά τα συναισθήματα[17].

Ο περισσότερος χρόνος μας ξοδεύεται στο να φτιάχνουμε θεωρίες στο κεφάλι μας προκειμένου να επιλύσουμε τη σύγκρουση που προκαλείται από τις παρορμήσεις που ενώ υπάρχουν απαγορεύεται να εκφραστούν[18].

Κάπως έτσι έχουμε οδηγηθεί να αντιλαμβανόμαστε την αυτοσυγκράτηση και τον αυτοέλεγχο ως ύψιστες αρετές και να θαυμάζουμε τον εαυτό μας ως «δυνατό» άνθρωπο, που, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «κοινούς» ανθρώπους καταφέρνει και αντιστέκεται στις παρορμήσεις του.

Εκείνο που οι άλλοι μερικές φορές αντιλαμβάνονται ως αλαζονεία επάνω μας, είναι πιθανότατα η κρυφή ματαιοδοξία μας για την αυστηρότητα των απαιτήσεων που θέτουμε στον εαυτό μας.

Θα μπορούσαμε απλώς να παραδεχτούμε ότι έχουμε και «κακές» πλευρές ή ότι έχουμε την τάση να κάνουμε και «κακά» πράγματα αντί να επιδιδόμαστε σε όλες αυτές τις διαστρεβλώσεις και αρνήσεις, αλλά το θεωρούμε κατακριτέο ακόμα και να αισθανθούμε τέτοιες παρορμήσεις. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι τα περισσότερα πράγματα σε αυτό τον κόσμο επιτρέπεται να γίνονται μόνο με έναν συγκεκριμένο τρόπο και φαίνεται να το έχουμε πάρει απόφαση ότι πολλά από αυτά που θέλουμε να κάνουμε είναι απαγορευμένα[19].

Ο μεγάλος μας φόβος είναι ότι αν αποδεχτούμε και αγκαλιάσουμε τα «σκοτεινά» μας κομμάτια και αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο, θα μετατραπούμε σε τέρατα – ότι θα πάμε στο άλλο άκρο και θα γίνουμε ανεξέλεγκτοι και καταστροφικοί.

Εν μέρει, έχουμε κάποιο δίκιο σε αυτό – τα συναισθήματα που διώχνουμε και καταπιέζουμε συνήθως συσσωρεύονται και κάποια στιγμή γίνεται πλέον πολύ δύσκολο να τα συγκρατήσουμε από το να εκφραστούν και μάλιστα να ξεσπάσουν με επικίνδυνους και καταστρεπτικούς τρόπους.

Εκείνο που μας διαφεύγει όμως είναι ότι αυτό το «επικίνδυνο» και «καταστροφικό» πλάσμα μέσα μας που τόσο μας φοβίζει, στην πραγματικότητα προσιδιάζει περισσότερο σε επαναστατημένο έφηβο, παρά σε κατά συρροή δολοφόνο – απλώς είναι τόσο μεγάλο διάστημα αποκλεισμένο από την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας που πλέον έχει πάρει τη μορφή ασύμμετρης απειλής[20].

 

Συνεχίστε στο τέταρτο μέρος του άρθρου για να μάθετε πώς η «θεραπεία» του ψυχαναγκασμού σχετίζεται με την επανάκτηση της ελευθερίας επιλογής και δράσης.

 

← Επιστροφή στο δεύτερο μέρος του άρθρου
                                                                                            Συνεχίστε στο τέταρτο μέρος του άρθρου →

 

 

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΣΕΙΡΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ


Περί Ψυχαναγκασμού Εισαγωγή: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου

Σύντομη γνωριμία με τον ψυχαναγκασμό και τους «ψυχαναγκαστικούς».

Περί Ψυχαναγκασμού 1: Ψυχαναγκαστικές Αρχές με Ισχύ Νόμου

Οι αρχές σε τίτλους:
– Εργάζομαι άρα υπάρχω
– Το δίδαγμα του μέρμηγκα και η συλλογή από άχρηστα αντικείμενα
– Καλύτερα καμία απόφαση, παρά η λάθος απόφαση
– Οι κανόνες υπάρχουν (και πολύ καλώς) για να τηρούνται
– Από πότε ένας άνθρωπος με ηθικές αξίες θεωρείται παλαιών αρχών;
– Δεν είναι ισχυρογνωμοσύνη το να έχεις πάντα δίκιο
– Αν θέλεις κάτι να γίνει σωστά, κάνε το μόνος σου

Περί Ψυχαναγκασμού 2: Τα 6 Προσωπεία του Ψυχαναγκαστικού

Τα προσωπεία σε τίτλους:
– Το control freak
– Ο εγκεφαλικός τύπος
– Ο μονίμως εκτός εαυτού
– Ο εραστής της εξουσίας
– Ο τρομοκράτης των σχέσεων
– Το καλό παιδί

Περί Ψυχαναγκασμού 3: Το Τέρας που Κρύβει μέσα του ο Ψυχαναγκαστικός

Μάθετε πώς χρησιμοποιούμε τον ψυχαναγκασμό προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι που δεν «πρέπει» να συμβεί.

Περί Ψυχαναγκασμού 4: Από τον Ψυχαναγκασμό στην Ευελιξία και από εκεί στον Αυθορμητισμό

Διαβάστε πώς η «θεραπεία» του ψυχαναγκασμού σχετίζεται με την επανάκτηση της ελευθερίας επιλογής και δράσης.

Περί Ψυχαναγκασμού 5: Οδηγός Επιβίωσης για όσους Σχετίζονται με Ψυχαναγκαστικούς

Ένα γρήγορο τεστ εξακρίβωσης για το αν σχετίζεστε με έναν «ψυχαναγκαστικό» και όσα πρέπει να θυμάστε αν το τεστ βγει θετικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

* Όπου στο κείμενο αναφέρεται ο όρος «ψυχαναγκαστικός» εννοείται ο άνθρωπος που φέρει (ιδεο)ψυχαναγκαστικά στοιχεία στη συμπεριφορά του. Το άρθρο δεν περιγράφει κάποιο συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο ούτε αποτελεί οδηγό διάγνωσης ή θεραπείας για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας (κατά DSM).
1, 11, 16, 18, 19. Riemann, F. (1994). Τετραλογία του Φόβου: Μια Ψυχολογική Μελέτη σε Βάθος. Αθήνα: ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.
2, 5, 7, 8. Mallinger, A. E. & De Wyze, J. (1992). Too Perfect: When Being in Control Gets Out of Control. New York: The Random House Publishing Group.
3. Lavender, N. J. & Cavaiola, A. A. (2012). Impossible to Please: How to deal with Perfectionist Coworkers, Controlling Spouses, and Other Incredibly Critical People. Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
4, 6, 10, 15, 17. McWilliams, Nancy (2000). Ψυχαναλυτική Διάγνωση: Η Κατανόηση της Δομής της Προσωπικότητας στα Πλαίσια της Κλινικής Διαδικασίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
9, 12, 13, 14, 20. Bernstein, A. J. (2001). Emotional Vampires: Dealing with People who Drain you Dry. New York: McGraw-Hill.
Image 1 via pixabay
Image 2 credit: Black Sheep Meets White Sheep via photopin

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 12.243 times, 1 visits today)


Αφήστε το σχόλιό σας!

2 σχόλια για το “Περί Ψυχαναγκασμού 3: Το Τέρας που Κρύβει μέσα του ο Ψυχαναγκαστικός