Περί Ψυχαναγκασμού 4: Από τον Ψυχαναγκασμό στην Ευελιξία και από εκεί στον Αυθορμητισμό


Από τον ψυχαναγκασμό στην ευελιξία

Το παρόν κείμενο είναι το τέταρτο μέρος ενός εκτενούς άρθρου με θέμα τον ψυχαναγκασμό και γενικό τίτλο: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου.
Το άρθρο είναι χωρισμένο σε πέντε αλληλένδετα μέρη – για να αποκομίσετε τα μέγιστα δυνατά οφέλη και να μην χάσετε το νόημα, διαβάστε τα με τη σειρά: Ξεκινήστε με την Εισαγωγή.

 

Θα ήταν ωραία να υπήρχε μια λίστα με 10 ή 20 βήματα που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε προκειμένου να «θεραπευτούμε» από τον ψυχαναγκασμό, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει.

Σαν καλοί «ψυχαναγκαστικοί»[*] που είμαστε, θα μας βόλευε να βρίσκαμε ένα συγκεκριμένο πλάνο ή μια ξεκάθαρη θεωρία απεμπλοκής από το ψυχαναγκασμό – θα την μελετούσαμε και θα την μαθαίναμε τέλεια, αλλά πιθανότατα το μόνο που θα καταφέρναμε θα ήταν να προσθέσουμε μερικές ακόμα ιδέες στο κεφάλι μας, χωρίς να δούμε καμία βελτίωση.

Κι αυτό επειδή ο μετριασμός του ψυχαναγκασμού δεν προϋποθέτει την αντικατάσταση των θεωριών μας με νέες θεωρίες, αλλά την αλλαγή της αίσθησης που έχουμε για τον εαυτό μας και τη διεύρυνση της αυτοεικόνας μας.

Αν θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου, καλό θα ήταν να προσπαθήσουμε να αποδεχτούμε μερικές άβολες και ντροπιαστικές για τα δεδομένα μας, αλήθειες:

 

Πρώτον, η επιβράβευση σε αυτή τη ζωή συνήθως πηγαίνει σε εκείνους που ξέρουν πώς να την πάρουν και όχι απαραίτητα σε εκείνους που την αξίζουν[1]

Στον κόσμο της παραγωγικότητας και δημιουργικότητας φαίνεται να κερδίζει εκείνος που επινοεί τους κανόνες και όχι εκείνος που τους ακολουθεί, στον τομέα της ηγεσίας εκείνος που εστιάζει στους ανθρώπους και όχι εκείνος που εστιάζει στα έργα, στην αγάπη εκείνος που τολμά να αγαπήσει και στο παιχνίδι εκείνος που διασκεδάζει, είτε χάνει είτε κερδίζει.

Η διαδικασία που εμείς ακολουθούμε περιμένοντας όλες τις ανταμοιβές του κόσμου, το μόνο που μας προσφέρει είναι να μας βουλιάζει στη μνησικακία – είναι καιρός ίσως να ανακαλύψουμε αυτά που πραγματικά πρέπει να κάνουμε προκειμένου να επιτύχουμε αυτά που θέλουμε[2].

 

Δεύτερον, ο κόσμος δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός

Ξοδεύουμε τη ζωή μας υπακούοντας σε μάλλον αυθαίρετους κανόνες, επειδή πιστεύουμε ότι αν τηρήσουμε όλες τις αρχές, θα εμφανιστεί κάποια στιγμή μια ανώτερη δύναμη η οποία θα επιβραβεύσει τους «άγιους» (εμάς) και θα τιμωρήσει τους «αμαρτωλούς» (όλους τους υπόλοιπους)[3].

Παρόλο που είναι πολύ δύσκολο, κάποια στιγμή θα πρέπει να βρούμε το θάρρος να αποχαιρετίσουμε το μύθο του δίκαιου κόσμου, να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας και να παίξουμε το παιχνίδι με τους δικούς μας κανόνες.

 

Τρίτον, υπάρχουν πολλές αλήθειες και πολλοί τρόποι να γίνονται τα πράγματα

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος σύμφωνα με τους δικούς μας άκαμπτους ασπρόμαυρους όρους.

Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την απόλυτη «ιδιοκτησία της αλήθειας» και να προσπαθήσουμε να σχετιστούμε με τους ανθρώπους και τα πράγματα χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να έχουμε δίκιο ή να είμαστε «σωστοί»[4].

 

Τέταρτον, η ζωή είναι περίπλοκη και διαρκώς αλλάζει

Όσο και να προσπαθούμε να κρατάμε τα πράγματα αμετάβλητα – τα αντικείμενα στο γραφείο σε απόλυτη τάξη, μια αταλάντευτη άποψη για κάποιο ζήτημα, μια οριστική ηθική καταδίκη ή μια θεωρία που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση – είναι αδύνατον να σταματήσουμε το χρόνο[5].

Είναι σχεδόν κωμικοτραγικό να έχουμε συνεχώς την αίσθηση ότι αποτυγχάνουμε (προφανώς) να ελέγξουμε τη ζωή, αλλά παρόλα αυτά να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την ελέγξουμε[6] – είναι σαν να κυνηγάμε την ουρά μας.

Θα πρέπει επιτέλους να παραδεχτούμε πώς οτιδήποτε και να κάνουμε, τα πράγματα αλλάζουν με τρόπους που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ότι η ζωή προχωράει ακόμα και αν εμείς μένουμε στάσιμοι και ότι, ναι, η ζωή κάποια στιγμή τελειώνει κιόλας.

 

Πέμπτον, η διάκριση σκέψη – συναίσθημα είναι τεχνητή

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο λόγος που μας καθιστά ικανούς να βιώσουμε συναισθήματα είναι η ικανότητά μας να αποδίδουμε νόημα στις εμπειρίες μας και, αντίστροφα, ότι η ικανότητά μας να αποδίδουμε νόημα στις εμπειρίες μας σχετίζεται άμεσα με την ικανότητά μας να βιώνουμε συναισθήματα.

Με άλλα λόγια, πρέπει να καταλάβουμε ότι οι γνωστικές λειτουργίες και τα συναισθήματά μας είναι απόλυτα αλληλοεξαρτώμενα και δεν είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε το ένα από το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι οι ψυχαναγκαστικές τάσεις μας να εκλογικεύουμε και να εξορθολογικοποιούμε τα πάντα, όχι μόνο είναι ατελείς και αντιεπιστημονικές αλλά, εν πολλοίς, είναι και μάταιες.

Καλό θα ήταν λοιπόν να περιορίσουμε την αγαπημένη μας υπερανάλυση και τις υποτιθέμενες θεωρητικές ή γνωστικές ερμηνείες του εαυτού μας και να εστιάσουμε στη βίωση και έκφραση των συναισθημάτων μας, από όπου μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες γνώσεις και εμπειρίες για τον τρόπο που υπάρχουμε και λειτουργούμε στον κόσμο.

Καταρχάς, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και ονομάσουμε τα συναισθήματα μας και στη συνέχεια να προχωρήσουμε στο να νιώσουμε άνετα με αυτά που ανακαλύπτουμε ότι αισθανόμαστε, χωρίς να ντρεπόμαστε γι’ αυτά. Να μπορούμε, για παράδειγμα, να βιώνουμε ζήλια ή εξάρτηση, χωρίς να νιώθουμε ότι κινδυνεύουμε από κάτι και χωρίς να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την ταυτότητά μας[7].

Το βασικό που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι εξαιτίας των συναισθημάτων μας είμαστε ικανοί να αισθανόμαστε ζωντανοί και απόλυτα άνθρωποι, ακόμη και αν τα συναισθήματά μας εκφράζουν στάσεις που θεωρούμε ότι «δεν είναι και τόσο καλές»[8]. Αν καταφέρουμε να αντιληφθούμε την εκφραστικότητά μας σαν κάτι φυσιολογικό και τελείως διαφορετικό από μια παθητική αδυναμία, τότε είναι πιθανότερο να διακινδυνεύσουμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας[9].

Τότε, μπορεί να βρούμε το θάρρος να αντικρίσουμε τους φόβους μας, να βιώσουμε τον πόνο μας και ίσως να αποκαλύψουμε την ευαλωτότητά μας στους άλλους. Έτσι, είναι πιθανό και οι άλλοι να τολμήσουν να είναι περισσότερο ανοιχτοί μαζί μας και οι σχέσεις μας να γίνουν περισσότερο αμοιβαίες και ικανοποιητικές.

 

Έκτον, πέρα και πάνω από τις λεπτομέρειες σχηματίζεται η μεγάλη εικόνα

Το θέμα είναι να μπορέσουμε να δούμε την «άλλη πλευρά» και να αποδεχτούμε ως δικά μας κομμάτια εκείνα που φοβόμαστε και αποφεύγουμε – μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε ότι η καταπιεσμένη «άλλη πλευρά» περικλείει και καλές δυνάμεις και ότι τα «ανόητα» όνειρα μπορούν να μας πουν σημαντικά πράγματα[10].

Αντί λοιπόν να εστιάζουμε μονομερώς στην ανάγκη μας για σταθερότητα και ασφάλεια, ίσως είναι απαραίτητο για την ισορροπία μας να εντάξουμε στην αυτοεικόνα μας και τις αντίθετες τάσεις – κυρίως την ετοιμότητα για αλλαγή και την αποδοχή της παροδικότητας και αμφιθυμίας.

Επιπλέον, αντί να προσπαθούμε να απαλλαγούμε από τα συναισθήματα που θεωρούμε απαράδεκτα θάβοντάς τα κάτω από την ατέλειωτη δουλειά ή αποκρούοντάς τα με πύρινους λόγους περί ορθότητας, ίσως είναι καλύτερα να προσπαθήσουμε να μάθουμε πώς να ζούμε με αυτά[11].

Η αντίσταση προς τα σκοτεινά μας κομμάτια, μας έχει κάνει να τελειοποιήσουμε τις συμπεριφορές που θεωρούνται «καλές» και να συγχρονιζόμαστε τέλεια σε κάθε κοινωνική συνθήκη πέραν πάσης κριτικής, αλλά το τίμημα που πληρώνουμε είναι να αισθανόμαστε κάπως διαφορετικοί από τους άλλους ανθρώπους – σαν να μην ανήκουμε πουθενά ή σαν να έχουμε χαθεί[12].

Το ερώτημα του ποιοι είμαστε τελικά και αν κάποιο από τα προσωπεία που παρουσιάζουμε είναι αληθινό ή αυθεντικό, έρχεται και επανέρχεται.

Η πίεση που οι ίδιοι ασκούμε στον εαυτό μας είναι τόσο μεγάλη που πολλές φορές συνειδητοποιούμε ότι κατά βάθος θέλουμε να επαναστατήσουμε. Η πανοπλία πίσω από την οποία κρυβόμαστε και ο υπεράνθρωπος αγώνας να μην διακινδυνεύσουμε την αυτοελεγχόμενη στάση μας, είναι ένα ασήκωτο βάρος που κουβαλούμε – στην πραγματικότητα, λαχταρούμε να είμαστε περισσότερο ευέλικτοι και περισσότερο ανοιχτοί προς τα πράγματα και τους ανθρώπους[13].

Η μετακίνηση όπως από την ακαμψία στην ευελιξία, περνάει απαραιτήτως μέσα από τον αυθορμητισμό – δηλαδή μέσα από την τόλμη να κάνουμε αυτό που νιώθουμε την κάθε στιγμή λειτουργώντας σε συντονισμό με τις συνθήκες που παρουσιάζονται και χωρίς να παραλύουμε από το φόβο για τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι να μπορούμε να βιώνουμε πλήρως όσα σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε στο εδώ και τώρα χωρίς να τα αξιολογούμε και χωρίς να τα νοθεύουμε με ιδέες για το πώς «θα έπρεπε» να σκεφτόμαστε ή να αισθανόμαστε.

Έξοδος από τον ψυχαναγκασμό σημαίνει να ξεμπλοκάρουμε το δρόμο προς ένα περισσότερο ανέμελο βίωμα, χωρίς να προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε τα πάντα[14]. Να εστιάσουμε στα μεγάλα πράγματα χωρίς να αγχωνόμαστε για τα μικρά και χωρίς να αγχώνουμε τους άλλους[15]. Να αποδεσμεύσουμε το χρόνο και την ενέργεια που τώρα επενδύουμε στην προσπάθεια να κρατάμε υπό έλεγχο τις «απαγορευμένες» τάσεις και να αφιερώσουμε τις δυνάμεις μας σε πράγματα που θα έχουν πραγματικό νόημα για εμάς.

Ο τελικός στόχος είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να υπάρξει στον κόσμο με έναν τρόπο περισσότερο αυθεντικό και να μπορέσουμε να αισθανθούμε ελεύθεροι να επιλέξουμε και να δράσουμε.

Ακόμα και να ρισκάρουμε.

Και ακόμα (ή κυρίως) να κάνουμε και καμιά βλακεία.

 

Η συμφιλίωση του καλού και του κακού

 

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Αν πραγματικά θέλουμε να απεμπλακούμε από τον ψυχαναγκασμό, θα χρειαστεί να τοποθετηθούμε σοβαρά σε μία σειρά από ζητήματα:

Ποιο είναι το σημείο πέρα από το οποίο ένας άνθρωπος δουλεύει υπερβολικά ή είναι υπερβολικά «καλός»;

Μέχρι που είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε προκειμένου να πείσουμε τον εαυτό μας να συνεχίσει να δουλεύει, ενώ μέσα μας θέλουμε να παίξουμε;

Πόσο «αθώα» πιστεύουμε ότι είναι η συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους και πόσο μπορούμε πράγματι να τους κατηγορήσουμε που δεν θέλουν να είναι κοντά μας;

Θέλουμε στ’ αλήθεια να μαρτυρήσουμε και να πεθάνουμε για τις ιδέες μας ή τελικά επιθυμούμε τις «απλές» και «γήινες» απολαύσεις που θέλουν και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι;[16]

Αντέχουμε απλώς να είμαστε χωρίς συνέχεια να κάνουμε;

Πόσο μπορούμε να μην είμαστε «τέλειοι» στα μάτια των άλλων και πόσο είμαστε διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουμε την αποτυχία, την αποδοκιμασία ή την απόρριψη;

Επιτρέπεται να είμαστε αυτοί που είμαστε και να κάνουμε αυτά που θέλουμε ή μήπως πρέπει να εγκαταλείψουμε για πάντα τις παρορμήσεις μας;[17]

Και το βασικότερο: Η επιλογή περιορίζεται ανάμεσα στο να είμαστε «καλοί» ή «κακοί» ή μήπως επιτρέπεται να είμαστε και τα δύο;

Αυτή η τελευταία σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί με «ψυχαναγκαστικό» τρόπο – δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορούμε να φτιάξουμε μια λίστα με τα υπέρ και τα κατά των ποικίλων εκδοχών του εαυτού μας και να επιλέξουμε τη βέλτιστη.

Η πρόκληση είναι να αποδεχτούμε την ύπαρξη της ίδιας της σύγκρουσης και αυτή η αποδοχή από μόνη της, το ότι δηλαδή μπορούμε να είμαστε και «καλοί» και «κακοί», μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα της «θεραπείας» του ψυχαναγκασμού.

Όπως ήδη έχουμε πει, το θέμα δεν είναι να αντικαταστήσουμε τη μία θεωρία με μία άλλη, ούτε το ένα «πρέπει» με ένα άλλο «πρέπει». Δεν έχει νόημα να αντικαταστήσουμε το «πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι» με το «πρέπει να είμαστε αυθόρμητοι», γιατί έτσι θα οδηγηθούμε σε έναν ψυχαναγκασμό από την ανάποδη.

Το θέμα είναι να απελευθερωθούμε – να μπορούμε να είμαστε συγκρατημένοι ή αυθόρμητοι οποτεδήποτε εμείς θέλουμε, χωρίς να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε το ένα ή το άλλο, ούτε να νιώθουμε άσχημα αν δεν είμαστε το ένα ή το άλλο.

Τελικά, η μόνη συμβουλή ή οδηγία ή κατεύθυνση που μπορώ να σκεφτώ για την πορεία εξόδου από τον ψυχαναγκασμό, είναι η εξής: Κάθε φορά που καταλαβαίνουμε ότι αρχίζουμε να εκφράζουμε δισταγμούς και να αναρωτιόμαστε για το αν έχει νόημα να αισθανθούμε, να πούμε ή να κάνουμε κάτι, μάλλον είναι η στιγμή που «πρέπει» να σπεύσουμε να το αισθανθούμε, να το πούμε και να το κάνουμε.

 

Συνεχίστε στο πέμπτο και τελευταίο μέρος του άρθρου για ένα γρήγορο τεστ εξακρίβωσης για το αν σχετίζεστε με έναν «ψυχαναγκαστικό» και κυρίως για όσα πρέπει να θυμάστε αν το τεστ βγει θετικό.

 

← Επιστροφή στο τρίτο μέρος του άρθρου
                                                                    Συνεχίστε στο πέμπτο και τελευταίο μέρος του άρθρου →

 

 

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΣΕΙΡΑ ΠΕΡΙ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ


Περί Ψυχαναγκασμού Εισαγωγή: Ακαμψία και Αυτοέλεγχος Ρομποτικού Επιπέδου

Σύντομη γνωριμία με τον ψυχαναγκασμό και τους «ψυχαναγκαστικούς».

Περί Ψυχαναγκασμού 1: Ψυχαναγκαστικές Αρχές με Ισχύ Νόμου

Οι αρχές σε τίτλους:
– Εργάζομαι άρα υπάρχω
– Το δίδαγμα του μέρμηγκα και η συλλογή από άχρηστα αντικείμενα
– Καλύτερα καμία απόφαση, παρά η λάθος απόφαση
– Οι κανόνες υπάρχουν (και πολύ καλώς) για να τηρούνται
– Από πότε ένας άνθρωπος με ηθικές αξίες θεωρείται παλαιών αρχών;
– Δεν είναι ισχυρογνωμοσύνη το να έχεις πάντα δίκιο
– Αν θέλεις κάτι να γίνει σωστά, κάνε το μόνος σου

Περί Ψυχαναγκασμού 2: Τα 6 Προσωπεία του Ψυχαναγκαστικού

Τα προσωπεία σε τίτλους:
– Το control freak
– Ο εγκεφαλικός τύπος
– Ο μονίμως εκτός εαυτού
– Ο εραστής της εξουσίας
– Ο τρομοκράτης των σχέσεων
– Το καλό παιδί

Περί Ψυχαναγκασμού 3: Το Τέρας που Κρύβει μέσα του ο Ψυχαναγκαστικός

Μάθετε πώς χρησιμοποιούμε τον ψυχαναγκασμό προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι που δεν «πρέπει» να συμβεί.

Περί Ψυχαναγκασμού 4: Από τον Ψυχαναγκασμό στην Ευελιξία και από εκεί στον Αυθορμητισμό

Διαβάστε πώς η «θεραπεία» του ψυχαναγκασμού σχετίζεται με την επανάκτηση της ελευθερίας επιλογής και δράσης.

Περί Ψυχαναγκασμού 5: Οδηγός Επιβίωσης για όσους Σχετίζονται με Ψυχαναγκαστικούς

Ένα γρήγορο τεστ εξακρίβωσης για το αν σχετίζεστε με έναν «ψυχαναγκαστικό» και όσα πρέπει να θυμάστε αν το τεστ βγει θετικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

* Όπου στο κείμενο αναφέρεται ο όρος «ψυχαναγκαστικός» εννοείται ο άνθρωπος που φέρει (ιδεο)ψυχαναγκαστικά στοιχεία στη συμπεριφορά του. Το άρθρο δεν περιγράφει κάποιο συγκεκριμένο ανθρωπολογικό τύπο ούτε αποτελεί οδηγό διάγνωσης ή θεραπείας για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας (κατά DSM).
1, 2, 3, 11, 15, 16. Bernstein, A. J. (2001). Emotional Vampires: Dealing with People who Drain you Dry. New York: McGraw-Hill.
4. Steven Phillipson. The RIGHT Stuff – Obsessive Compulsive Personality Disorder: A Defect of Philosophy, not Anxiety.
Αναρτήθηκε στις 12/12/2015 από: http://www.ocdonline.com/#!the-right-stuff/c1hdb.

5, 6, 10, 14, 17. Riemann, F. (1994). Τετραλογία του Φόβου: Μια Ψυχολογική Μελέτη σε Βάθος. Αθήνα: ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.
7, 12, 13. Mallinger, A. E. & De Wyze, J. (1992). Too Perfect: When Being in Control Gets Out of Control. New York: The Random House Publishing Group.
8, 9. McWilliams, Nancy (2000). Ψυχαναλυτική Διάγνωση: Η Κατανόηση της Δομής της Προσωπικότητας στα Πλαίσια της Κλινικής Διαδικασίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Image 1 via pixabay
Image 2 credit: Dita Actor via photopin

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 6.643 times, 1 visits today)


Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

9 σχόλια για το “Περί Ψυχαναγκασμού 4: Από τον Ψυχαναγκασμό στην Ευελιξία και από εκεί στον Αυθορμητισμό

  • Θάνος Δ.

    Το να είμαστε αυθόρμητοι και όχι ψυχαναγκαστικοι ειναι πολύ ωραίο αλλά δεν ξέρω κατα πόσο οι γύρω μας μπορούν να αποδεχθούν τον αυθορμητισμο μας;… Απλά θέτω ένα προβληματισμό μου. Σας ευχαριστώ

    • Βιβή Φατούρου Συντάκτης του άρθρου

      Θάνο, ο προβληματισμός σας έχει πολύ ενδιαφέρον και νομίζω ότι είναι αρκετά εύλογος. Κατά τη γνώμη μου, το να είμαστε αυθόρμητοι, δηλαδή το να κάνουμε ή να λέμε αυτό που αισθανόμαστε την κάθε στιγμή, είναι πιθανό να έχει κάποιο τίμημα, αν κάποιοι γύρω μας νιώθουν άβολα με τον αυθορμητισμό μας. Μάλλον επαφίεται στον καθένα μας να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ του να μην καταπιεζόμαστε και να μην καταπιέζουμε με τη συμπεριφορά μας τους άλλους.
      Και βέβαια, δεν θα πρότεινα σε κανέναν να πάει στο άλλο άκρο και από «ψυχαναγκαστικός» να γίνει «ψυχαναγκαστικά αυθόρμητος», δηλαδή να νιώθει «υποχρεωμένος» να κάνει και να λέει οτιδήποτε του έρχεται στο κεφάλι χωρίς να υπολογίζει καθόλου τις συνέπειες για τον εαυτό του και τους άλλους.
      Ευχαριστώ θερμά για το σχόλιο.

  • Ιωάννα

    Το άρθρο είναι τεράστιο!! Χαχαχα! Απο τη μια λέω οτι με περιγράφει κι απο την άλλη όχι. Αναρωτιέμαι, μήπως όλοι μας έχουμε ένα κομμάτι ψυχαναγκασμού μέσα μας. Μήπως και το άρθρο κρύβει έναν ψυχαναγκασμό? Να μην παρεξηγηθώ, αλλά δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς κανόνες. Μεγάλωσα με αυτούς. Να μην αδικώ, να μην κλέβω, να μην προκαλώ τον άντρα της φίλης μου, να μην εξαπατώ το αφεντικό μου, να μην παρκάρω σε θέση αναπήρων….. Όλοι ψάχνουμε τη συνταγή για μια πιο αρμονική ζωή με τον εαυτό και τους γύρω μας. Για παράδειγμα, αυτό που μου άρεσε περισσότερο μπαίνοντας στη σελίδα σας ήταν η ευγένεια με την οποία δίνετε απαντήσεις. Κάποιος όμως αυτό απο την δική του οπτική θα μπορούσε να το χαρακτήριζε και ως «καλούπι». Το θέμα που με απασχολεί προσωπικά είναι να μπορώ να λειτουργώ δίκαια. Να εκτιμώ τα καλά που μου συμβαίνουν, να μαθαίνω να δίνω όταν παίρνω και να εκφράζω τη δυσαρέσκειά μου όταν δέχομαι συμπεριφορές απο ενήλικες τις οποίες οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να δεχθούν. Τελικά ποιός μπορεί να απαντήσει στο ποιά στάση ζωής είναι η καλύτερη?

    • Βιβή Φατούρου Συντάκτης του άρθρου

      Ιωάννα, η γνώμη μου είναι ότι δεν υπάρχει «σωστή» στάση ζωής και ότι o κάθε άνθρωπος αποφασίζει για τον εαυτό του ποιος τρόπος ζωής του ταιριάζει. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το ποια πράγματα είναι λειτουργικά ή μη λειτουργικά για τον καθένα. Για παράδειγμα, οι κανόνες που εσείς ακολουθείτε στη ζωή σας μάλλον είναι απολύτως λειτουργικοί για εσάς, ενώ κάποιος άλλος θα μπορούσε ίσως να τους αντιληφθεί ως έναν «ψυχαναγκαστικό» τρόπο ζωής. Ο κάθε άνθρωπος, επομένως, είναι διαφορετικός και αντιλαμβάνεται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Για να αναφέρω ένα ακόμα παράδειγμα, κάποιος θα μπορούσε να διαβάσει το σχόλιό σας και να το θεωρήσει αυθόρμητο, ειλικρινές και καλοπροαίρετο, ενώ κάποιος άλλος θα μπορούσε να το διαβάσει και να το χαρακτηρίσει συγκαλυμμένα επιθετικό ή, αλλιώς, παθητικά-επιθετικό.

      • Ιωάννα

        Σας ευχαριστώ πολύ για την απάντησή σας. Η πρόθεσή μου είναι να συζητήσω τους προβληματισμούς μου γιαυτό και το μήνυμά μου δεν είχε αρχή, μέση και τέλος.
        Η αλήθεια είναι πως ο γραπτός λόγος μπορεί να παρεξηγηθεί και να χαρακτηριστεί το σχόλιό μου ως επιθετικό με αποδέκτη κάποιον άγνωστο σε εμένα. Λυπάμαι αν αυτό συνέβη.

  • ΕΦΗ

    Σας παρακαλώ τη βοήθεια σας… σας εκλιπαρώ.. πριν 1,5 χρόνο φώναξα δυνατά στον πατέρα μου σε φάση τσακωμου (το εχω ξανακανει)και από τότε νομίζω ότι ακούω τη φωνή μου κάπως. Σαν να επαναλαμβάνω εκείνη τη στιγμή. Σε κάθε μου λέξη. Μου λένε είναι ψυχαναγκασμος. Ένα σχόλιο σας.. Ευχαριστώ..

    • Βιβή Φατούρου Συντάκτης του άρθρου

      Σας απαντώ με μεγάλη καθυστέρηση και λυπάμαι για αυτό. Αν δεν το έχετε ήδη κάνει, θα πρότεινα να εξηγήσετε τι σας συμβαίνει σε κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός σας που εμπιστεύεστε ή σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας.